Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η επερχόμενη τυφλή σύγκρουση – Προετοιμαστείτε!

Του Παντελή Σαββίδη

Πριν από ένα χρόνο υποστήριξα από τη θέση αυτή πως ένα νέο 1968 κυοφορείται και είναι επί θύραις. Όποιος νόμισε πως καθώς θα τελείωνε την ανάγνωση των γραμμών του άρθρου εκείνου, θα έριχνε μια ματιά από το παράθυρο του σπιτιού του και θα έβλεπε χιλιάδες ανθρώπους να διαδηλώνουν, δεν γνωρίζει πώς διαμορφώνονται οι μαζικές συνειδήσεις και πώς κυοφορούνται οι εξεγέρσεις.

Και όταν αναφέρομαι σε εξεγέρσεις δεν εννοώ την καθοδηγημένη καθεστωτική αντίδραση τύπου «αντιεξουσιαστών» που βρίσκονται σήμερα στην υπηρεσία του «συστήματος ΣΥΡΙΖΑ», αλλά την αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση που εκτονώνει την συμπίεση που υφίσταται η κοινωνία. Δεν είναι επανάσταση αλλά εξέγερση. Δεν είναι αναγκαίο να θέτει άμεσα πολιτικά προτάγματα, μπορεί να θέτει και πολιτισμικά.
 
Αυτό ήταν και ο περίφημος «Μάης του ’68». Από τις πολλές ερμηνείες που του δόθηκαν, συγκλίνω περισσότερο στου διαπρεπούς μαρξιστή ιστορικού Έρικ Χόμπσμπομ: η πρώτη γενιά του πολέμου που ριζοσπαστικοποιήθηκε μαζικά προς τα αριστερά λειτούργησε ως πυροδότης κοινωνικών αλλαγών που έμελλε να έρθουν. Η εξέγερσή της ήταν, όμως, «πολιτιστική».
Η επανάσταση ελάχιστα απασχολούσε τις προλεταριακές μάζες της Χρυσής Εποχής, μετά από είκοσι χρόνια σε οικονομίες πλήρους απασχόλησης. Το ’68 μπορεί να υπήρξε συνεργός στη μετέπειτα επικράτηση του ατόμου επί της κοινωνίας.
Οι εποχές αλλάζουν και τα κοινωνικά προτάγματα διαφοροποιούνται. Οι κοινωνίες είναι συστήματα τα οποία έχουν μια ορισμένη αφομοιωτική χωρητικότητα με βάση το σύστημα αξιών και οικονομικού και πολιτικού παραδείγματος που πρεσβεύουν. Όταν τα συστήματα αυτά μπορούν να αναπαραχθούν, παίρνουν παράταση ζωής. Όταν είναι ερμητικά κλειστά, εκρήγνυνται.
Το ελληνικό σύστημα εξάντλησε τις αφομοιωτικές δυνατότητές του. Αψευδής μάρτυς, η αδυναμία να προταθούν διαφορετικές πολιτικές από πολιτικά κόμματα τα οποία υποτίθεται ότι βρίσκονται στα άκρα του πολιτικού φάσματος. Αυτή η αδυναμία του στερεί τη δυνατότητα εκτόνωσης. Και το οδηγεί στην τυφλή σύγκρουση καθώς εξέλιπε και η δυνατότητα ιδεολογικής αναπαραγωγής του (διαμόρφωσης, δηλαδή, ψευδούς συνείδησης).
Οι ιδεολογικοί ινστρούχτορες που έχουν περιοριστεί στα δημοσιογραφικά παπαγαλάκια δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικοί.
Και το κοινωνικό περιθώριο που συντηρεί ο ΣΥΡΙΖΑ με κουπόνια για τα κοινωνικά παντοπωλεία εξαντλεί, οσονούπω, τη δυνατότητα τρομοκρατικής επιβολής του προς όφελος των πατρώνων του.
Ολοένα και περισσότερα κοινωνικά στρώματα πέφτουν κάτω από το όριο της φτώχειας· και όταν δεν έχεις να χάσεις παρά μόνο τις αλυσίδες σου, δεν συγκρούεσαι απλώς, αλλά συγκρούεσαι και τυφλά. Αυτά δεν γίνονται ούτε κατ’ επιταγήν ούτε βιαστικά. Ωριμάζουν. Και η κυοφορία τους συντελείται σε ολόκληρη την Ευρώπη, η οποία δεν έχει μια πειστική πολιτική, οικονομική και ιδεολογική πρόταση στους πολίτες της.
Η Ελλάδα δεν είχε ποτέ ούτε τη διανόηση που θα διαμόρφωνε την κοινωνική συνείδηση, ούτε την πολιτική παιδεία πάνω στην οποία θα «πατούσε» ο λόγος μιας αληθινά προοδευτικής και όχι σιτιζόμενης στους κομματικούς προθαλάμους πνευματικής τάξης. Δεν μπορεί να αποτελέσει πρωτοπορία. Αλλά με την πρώτη σπίθα στην ευρωπαϊκή γειτονιά της, το εκρηκτικό μίγμα θα ανάψει. Γι’ αυτό, οι ινστρούχτορες του κυβερνώντος κόμματος ας μην επαναπαύονται στην ψευδαίσθηση ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση.
«Τα μνήματα είναι γεμάτα από αναντικατάστατους» έλεγε ο Τσόρτσιλ.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε την ψήφο των εκλογέων λόγω αντίδρασης στα μέτρα που είχαν λάβει τα παραδοσιακά αστικά κόμματα της Μεταπολίτευσης (και το ΠΑΣΟΚ εξελίχθηκε ως τέτοιο μετά τον Ανδρέα), αλλά και λόγω μιας ομιχλώδους ιδεολογικής ηγεμονίας του. Δύσκολα μπορεί να κρατηθεί ένα κόμμα στην εξουσία αν δεν έχει ένα –στοιχειωδώς πειστικό– αφήγημα. Και τα δύο εξέλιπαν από τον ΣΥΡΙΖΑ. Τα μέτρα που παίρνει είναι τα ίδια (και χειρότερα) των προκατόχων του, και το αφήγημά του τελείωσε νωρίς. Η ιδεολογική και πολιτική προσπάθεια αναπαραγωγής του δημιουργεί αρνητικά αντανακλαστικά. Η βαθιά ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο Πολάκης. Είναι το αναφομοίωτο περιεχόμενο των ανακοινώσεών του που χαρακτηρίζουν φασίστα και ρατσιστή κάθε έναν με τον οποίο διαφωνεί, τυπικά η ουσιαστικά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει αυτήν τη στιγμή ούτε πολιτική ούτε ιδεολογία. Αναζητά έναν εικονικό εχθρό. Τον βολεύει περισσότερο από τον καθένα η ύπαρξη ακροτήτων φασιστικού και ρατσιστικού τύπου για να κυνηγάει φαντάσματα και να συσπειρώνει τους οπαδούς του.
Η ελληνική κοινωνία, όμως δεν πείθεται και οι ιδεολογικοί ινστρούχτορές του, συνήθως κάποιοι δημοσιογράφοι, είναι αδύνατον να επιφέρουν σοβαρά αποτελέσματα.
Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτέλεσαν τις τελευταίες ημέρες και ο σταλινικός τρόπος συκοφάντησης με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η δημοσιογράφος του Alpha στη συνέντευξη του πρωθυπουργού, και η απροκάλυπτη παρέμβαση στη δικαιοσύνη, στην υπόθεση Ντογιάκου (η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ κράτος δικαίου παρά μόνο à la carte) και η κυβερνητική αντίδραση στην απόρριψη από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος της προτεινόμενης από την κυβέρνηση διοίκησης της Τράπεζας Αττικής. Αναγκαία διευκρίνιση: όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και όλοι υφίστανται τις συνέπειές των. Αλλά δεν σας προβληματίζει η έφοδος της οικονομικής αστυνομίας στο γραφείο της συζύγου του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, την ίδια στιγμή με την απόρριψη της προτεινόμενης διοίκησης της Τράπεζας Αττικής από τον κ. Στουρνάρα;
Αισθάνονται τόσο καθεστωτικοί και τόσο απροκάλυπτα κυρίαρχοι που δεν κρατούν ούτε τα προσχήματα.
Το κυριότερο όμως παράδειγμα αδυναμίας άσκησης κυβερνητικής πολιτικής είναι η υπόθεση των προσφύγων Ωραιοκάστρου.
Σε ένα θέμα που είναι σίγουρο ότι θα επηρέαζε καταλυτικά τη ζωή τοπικών κοινωνιών οι οποίες είναι φοβισμένες και αδύναμες από όσα συμβαίνουν γύρω τους, η κυβέρνηση προέβη σε αφορισμούς του είδους «φασίστες» και «ρατσιστές» εναντίον γονέων και παιδιών ενώ θα όφειλε να τους προετοιμάσει για τις αλλαγές στην καθημερινότητά τους.
Δυστυχώς, η ευρωπαϊκή εμπειρία έχει δείξει πως και οι δύο τρόποι διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος (απομόνωση ή ενσωμάτωση) έχουν αποτύχει, αλλά μεταξύ των δύο η προσπάθεια προσαρμογής των προσφύγων διά τής –κατά το δυνατόν– εντάξεώς τους στην ελληνική κοινωνία –και όχι απομόνωσής τους– είναι προτιμότερη. Το αν θα επιτευχθεί ή όχι είναι ζητούμενο, αλλά η γκετοποίηση είναι σίγουρο ότι θα παράξει μόνο αρνητικά αποτελέσματα.
Η ευκολία όμως με την οποία χαρακτηρίζονται όσοι εκφράζουν επιφυλάξεις φασίστες και ρατσιστές είναι εντυπωσιακή και οδηγεί σε δεύτερες σκέψεις.
Η κυβέρνηση χρειάζεται να τους διαμορφώσει και να τους συντηρήσει, για να βρει ιδεολογικό αντίπαλο, όπως επισημάναμε παραπάνω.
Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Δεν βρίσκεται στη σφαίρα της συνωμοσιολογίας η παραδοχή ότι υπάρχει μια παγκόσμια τάση που επιδιώκει την αποδόμηση των εθνικών κρατών και τη διαμόρφωση μια παγκόσμιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας στην οποία το άτομο θα έχει την ιδιότητα του παγκόσμιου πολίτη.
Αν και αυτή είναι η κυρίαρχη τάση της παγκοσμιοποίησης που φαίνεται να αποτυγχάνει, το χαρακτηριστικό της είναι ότι στο όνομα των αρχών που πρεσβεύει, τα πολιτισμικά πρότυπα που επικρατούν στην ευρωπαϊκή ήπειρο υφίστανται πίεση. Η ιδιαιτερότητα μιας θρησκευτικής ή εθνικής μειοψηφίας πολλές φορές κυριαρχεί στο σχολείο ή σε κεντρικής εκδηλώσεις μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας. Στην ουσία αμφισβητείται το οικοδόμημα του Διαφωτισμού, έστω και στις μεταμοντέρνες του μορφές. Και αν αυτό, σε επίπεδο κοινωνίας, γίνεται ασυνείδητα, σε επίπεδο πολιτικής, οικονομικής και πνευματικής ηγεσίας γίνεται συνειδητά.
Αυτή η αμφισβήτηση, όμως, ενεργοποιεί το πολιτικό υποσυνείδητο των πολιτών. Είναι ζήτημα μιας στοιχειώδους ποσοτικής μεταβολής για να περάσει η αντίδραση από το υποσυνείδητο στο συνειδητό. Και τότε θα δούμε φαινόμενα πρωτόγνωρα. Αυτή η στιγμή φαίνεται στον ορίζοντα.

Ο νεοταξικός φασισμός των "ανθρωπιστών"

Γράφει η Δέσποινα Τσαμόγλου
Πηγή:https://kostasxan.blogspot.gr/2016/09/blog-post_391.html

 
Ο Ξένιος Δίας είναι, φυσικά, ξένιος ακόμη κι όταν το μέτρο χάνεται, όπως π.χ. εν προκειμένω, όπου ο τζάμπα μάγκας πρωθυπουργός φόρτωσε στην "τελειωμένη" από τα αντιλαϊκά του (...) μέτρα κοινωνία ένα δυσβάσταχτο πρόβλημα, -εννοείται χωρίς να διαθέτει τις υποδομές και τα χρήματα για να τις υποστηρίξει- επιβάλλοντας σε τοπικές κοινωνίες να δείξουν "την φιλανθρωπία" που εκείνου δεν του περισσεύει για τους συμπατριώτες του - ή μάλλον συμπολίτες του, στους που υποσχέθηκε ελπίδα και τους έφερε την απελπισία, κι αφού εξαπάτησε για δεύτερη φορά το σύμπαν, κάνοντας, το περιβόητο "όχι" yes, κατά γελοιωδέστατο τρόπο, πράττοντας, έκτοτε, το αντίθετο από αυτό που του ζήτησε το 61% του ντεμέκ κυρίαρχου λαού, σπέρνει για μια ακόμη φορά την πόλωση και ποντάρει στην πόρωση γιατί είναι το κόλπο της φάβας.

Ο φασισμός του ουμανιστή (είτε του ηλίθιου που ακολουθεί άκριτα ό,τι του πασάρουν για να μην χαρακτηριστεί χρυσαυγίτης στην Ελλάδα και ακροδεξιός-ναζιστής στην Ευρώπη, είτε του τύπου Σόρος, που χρησιμοποιεί το "ποίμνιο" των ηλιθίων για να υλοποιήσει την ατζεντούλα του) που διαστρέβλωσε τα διδάγματα των σοφών, που ποδοπάτησε το Μέτρον το Άριστον και επιβάλει την ανοχή κάθε συστήματος που εμπνέονται οι ατζέντηδες, παίζοντας με τις ευαίσθητες χορδές της κοινωνίας, μου βρωμάει πολύ. 

Ποιός "ουμανισμός" βλέπει ανθρώπινο δικαίωμα στη μπούργκα και σε κάθε είδους παρόμοιο Απαρτχάιντ; κι όμως, είμαι υποχρεωμένη να δεχτώ, σε ευρωπαϊκή γη, ως κατοχυρωμένο δικαίωμα, μετά από αιώνες αγώνων για την κατοχύρωση των αυτονόητων -για εμένα, ως Ελληνίδας- δικαιωμάτων στην Ευρώπη αυτόν τον αποτροπιασμό, επειδή ο ηλίθιος που φοβάται να μην τον αποκαλέσουν ναζιστή λόγω του εγκληματικού παρελθόντος του, σε συνδυασμό με αυτόν που τραβάει τα νήματα, έχουν αποφασίσει σχετικώς. Στην Ελλάδα δεν έχουμε ναζιστικό παρελθόν, έχουμε όμως τη σκληροπυρηνική προπαγάνδα αγαθοφανούς ξερόλα τύπου και Τύπου, που προσπαθούν να στιγματίσουν ως "χρυσαυγίτη" (άρα ανεγκέφαλο, άρα του "τραβάμε χι") όποιον επισημαίνει ότι δεν χωράει όλη η Μέση Ανατολή και η Αφρική στην Ελλάδα, κι ότι το όλο πράγμα θα το φυσάμε μια μέρα και δεν θα κρυώνει -όσοι θα έχουν απομείνει.
Θεωρώ φασισμό οποιαδήποτε αντιδημοκρατική, άδικη και με την βία επιβαλλόμενη πράξη σε μια κοινωνία, στα πλαίσια άσκησης εξουσίας, από όποιον κι αν προέρχεται, όσα στεφάνια κι αν έχει καταθέσει στο σκοπευτήριο της Καισαριανής για να διαλαλήσει τις κομμουνιστικο-δημοκρατικές (σικ) πεποιθήσεις του. Δεν δίνω δεκάρα για τις αριστερές "αξίες" από την στιγμή που εκδικούνται όποιον δεν "φρονεί ομοίως", όποιον έχει αηδιάσει με τις διαδοχικές εξαπατήσεις, και κυρίως, όποιον δούλεψε στη ζωή του και δεν βολεύτηκε ποτέ. Επίσης με ανησυχεί το ότι αφενός θα μας άρεσε να ζούμε σε ένα οργανωμένο κράτος και να απολαμβάνουμε τα οφέλη του, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μην το αποκτήσουμε ποτέ.

΄Ηταν υποχρέωση του τύπου που περνιέται για πρωθυπουργός και της λεγόμενης κυβέρνησής του να προστατέψει την κοινωνία που τον έθρεψε, έχοντας σχέδιο, εφόσον είπε το "περάστε κόσμε", να φροντίσει εκ των προτέρων για την με ανθρώπινους όρους προσωρινή -υποθέτω- φιλοξενία των προσφύγων, και όχι να τους φορτώσει στου κασίδη το κεφάλι. Διότι, κάτι καταλάβαμε λάθος, ΔΕΝ έχει υποχρέωση ο κασίδης να βοηθήσει τον κατατρεγμένο, όποιος το κάνει από το περίσσευμα της ψυχής και του πορτοφολιού του, καλά κάνει, αλλά δεν κάνει καλά αν δείχνει με το δάχτυλο κάποιον άλλο, που δεν είναι ή δεν μπορεί να είναι τόσο "καλός" όσο ο ίδιος. 

Επίσης δεν έχει υποχρέωση ο ξεζουμισμένος άνεργος του οποίου η οικογένεια ζει από την πενιχρή σύνταξη του παππού να ανεχτεί τις ανθρωπιστικές παρόλες του απατεώνα δήθεν κομμουνιστή που στέλνει τα παιδιά του στο ιδιωτικό σχολείο.Μαζί με αυτόν μου βρωμάει κι ο άλλος που ενώ ακόμη λαμβάνει έναν από τα χρόνια του πασοκ κατοχυρωμένο μισθουλάκο, συνταξη-άρα από Δημόσιο χρεωκοπημένο οργανισμό, αυτός που ως υπάλληλος υπηρεσίας αγόρασε 4 σπίτια και σπούδασε παιδιά στην Αγγλία, αυτός που απο ταξιτζής μεταλλάχθηκε σε εφοριακό, κάνει κριτική από καθέδρας.
Παρόλο που είμαι μακριά, θλίβομαι γιατί βλέπω ότι πολύ λίγο νοιάζεται κανείς για τα βάσανα ανθρώπων της ηλικίας μου ή και μικρότερων, που είχαν επιλέξει κάποτε να μην μπουν κάτω από την ασφαλή σκέπη του Δημοσίου. Στενοχωριέμαι που κανείς δεν βρίζει τον εαυτό του επειδή με τις από πολύ ταπεινά ελατήρια κινούμενες επιλογές του, καταδίκασε γενιές ολόκληρες, βλέπω καλούς και άξιους νέους συναδέλφους με οικογένειες να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν στις βασικές υποχρεώσεις τους, να είναι πρακτικά ανασφάλιστοι να πνίγονται από τον παραλογισμό του 24% συν 26% συν 100% προκαταβολή φόρου επόμενης χρονιάς, συν φόρο επιτηδεύματος, συν συν... βλέπω και μαθαίνω για γνωστούς και φίλους άνεργους από την αρχή της κρίσης, φυτοζωούν στη σιωπή οικογένειες ολόκληρες με τον μισθό του παππού και της γιαγιάς, χωρίς καμιά προοπτική για να "ξελασπώσουν" και να καταφέρουν να προσφέρουν ένα μέλλον στα παιδιά τους. Γι αυτούς τους "εγχώριους", για τα πατριωτάκια μου, που ήταν επίσης κάποτε νοικοκυραίοι και "θα τους πάρουν τα σπίτια οι τράπεζες" κάποιοι "κόπτονταν" κάποτε, τώρα "μούγκα στην στρούγκα". Δεν είναι χαμένες αυτές οι γενιές, όπως ακριβώς τα παιδιά πρόσφυγες της Συρίας;

Με εκνεύρισε ιδιαίτερα κι ο συν-μετανάστης από Αγγλία που χαρακτήρισε βλάκες ανθρώπους για τους οποίους δεν ξέρει τίποτα κι επιπλέον συγκρίνει ανόμοια πράγματα.

Και κάτι τελευταίο, για όποιον είχε την καλοσύνη να δώσει λίγη σημασία στα παραπάνω: από τότε που άρχισε η ιστορία με τις βάρκες, επικαλούνται διαρκώς πολλοί το προσφυγικό υπόβαθρό μας. Εμείς δεν ήμασταν "σταθμευμένοι" στην Τουρκία, και περιμέναμε να περάσει ο πόλεμος σε ασφαλή, μη εμπόλεμα μέρη, μέχρι που κάποιος-ιοι (του ως άνω διπλού ουμανιστικού ρεπερτορίου) έδωσε το σύνθημα," εμπρός απέναντι". Εμάς, τον "εχθρό" μας "πέταξαν στη θάλασσα", από τις πατρίδες τις οποίες χάσαμε για πάντα, όπως είχα πληροφορηθεί από τα μεγάφωνα, μια σταλιά παιδί, για πρώτη φορά στην καταστόλιστη από κόκκινες σημαίες Ατατούρκ Μπουλβαρί της Άγκυρας, λίγο προτού ξεκινήσει η σε -δωδεκάδες- παρέλαση του τουρκικού στρατού, θα ήταν 30 Αυγούστου, μάλλον του 1980, σε ένα παραλήρημα τότε κεμαλικού εθνικισμού, χωρίς ίχνος μαντήλας.

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016

Πολίτες και κοινωνία οδεύουν επί κενού -

Η χώρα, πέρα από την οικονομική καταστροφή που βιώνει, υφίσταται και μία άνευ προηγουμένου συνολική καθίζηση, η οποία κάνει πλέον αβέβαιη και την εθνική της ακεραιότητα…    Πρέπει να τού δίνουν όσο πιο γρήγορα γίνεται. Οι άνθρωποι στην εξουσία είναι επικίνδυνοι, ασύδοτοι, άσχετοι, ανίκανοι, αμόρφωτοι, γελοίοι στους τακτικισμούς τους και σε υπερθετικό βαθμό ανήθικοι. Αν όμως ανταποκρίνονται στην πλειονότητα του ελληνικού λαού, δηλαδή αν είναι σαν τα μούτρα αυτών που τούς έφεραν στην εξουσία, τότε κάπου 1,5 εκατομμύρια Έλληνες είναι ώρα να πάρουν των ομματιών τους.

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
kourdistoportocali.com
 
Πολλοί θα νομίσουν ότι κινδυνολογούμε και για αντιπολιτευτικούς λόγους φέρνουμε την καταστροφή. Πλανώνται πλάνην οικτράν. Η χώρα κυβερνάται από μία σέκτα ιδεοληπτικών που, λόγω εγγενούς ανικανότητος, δεν μπορεί ούτε την ίδια την υπόστασή της να προστατεύσει. Τόσο άσχετη είναι. Πλην όμως, διψά για εξουσία. Με οποιοδήποτε κόστος.

Και αυτό γιατί η σέκτα δεν έφθασε στην εξουσία για να κυβερνήσει, αλλά για να ικανοποιήσει φαντασιώσεις, να δικαιώσει ιδεοληψίες, να βγάλει απωθημένα και, κυρίως, να περάσει καλά. Οι καφενόβιοι των Εξαρχείων και οι καταληψίες σχολείων, πού αλλού θα έβρισκαν τα μεγαλεία που βιώνουν με το υστέρημα του ελληνικού λαού; Άξεστοι και απαίδευτοι καιροσκόποι της πολιτικής, πώς θα «την έβγαζαν» μέσα στην κρίση αν δεν ανέβαιναν στην εξουσία;

Από την άλλη, όμως, αυτούς τους ανθρώπους της παρακμής κάποιοι τους επέλεξαν για να κυβερνήσουν. Ένας κόσμος τούς άνοιξε τον δρόμο για να πάνε εκεί που βρίσκονται. Η λαϊκή ευθύνη για τα δεινά που βιώνει και θα βιώσει η χώρα είναι τεράστια. Αλλά και ερμηνεύσιμη.

«Μερικές φορές», είχε γράψει στο παρελθόν ο Ετιέν ντε λα Μποεσί (Etienne de la Boetie), «υπάρχουν άνθρωποι που αντί της υπακοής προκρίνουν την υποταγή, αντί της διακυβέρνησης θέλουν την τυραννία … Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους του ανθρώπου είναι η συνήθεια, η πρωταρχική βάση της εθελουσίας υποτέλειας. Αυτή προκύπτει όταν αποτυγχάνει η ανακάλυψη της πραγματικότητας, όταν κυριαρχούν η άγνοια και η έλλειψη περιέργειας και γίνεται θεσμός η απάθεια … Στις περιπτώσεις αυτές, οι κοινωνίες βυθίζονται».

Χάνονται, υποστηρίζει από την πλευρά του ο Ελίας Κανέττι, ο οποίος λίαν ευφυώς είχε σχολιάσει και τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των λαϊκών μαζών και της οικονομίας. Τόνιζε, έτσι, ότι η ψυχολογία των μαζών συσχετίζεται με την οικονομία και τα αποτελέσματα αυτής της σχέσης, αν κρίνουμε από την χιτλερική Γερμανία, δεν είναι πάντα τα πιο επιθυμητά.

Είτε λοιπόν αυτό αρέσει είτε όχι, δεν υπάρχουν ανεύθυνοι λαοί. Αυτό υπονοεί και η Χάννα Άρεντ στο περίφημο βιβλίο της «Η Κοινοτοπία του Κακού» (1964), τονίζοντας ότι έχουν γίνει απίστευτα εγκλήματα στο όνομα λαών ανίκανων και άβουλων, όταν δέχονται διαταγές.

Επισημαίνουμε επίσης ότι, στην εποχή του Διαδικτύου και της υπερπληθωρικής πληροφόρησης, δεν υπάρχει η δικαιολογία τού «δεν ήξερα». Οι 360.000 τύποι που ψηφίζουν Χρυσή Αυγή γνωρίζουν πολύ καλά τί κάνουν και τί επιλέγουν. Το ίδιο ισχύει και για αυτούς που έφεραν στην εξουσία τον ακροδεξιοαριστερό συνασπισμό. Αν τώρα κάποιοι από αυτούς θα πληρώσουν σπασμένα «καλά να πάθουν», θα έγραφε και ο Μαν. Βασιλάκης.

Βέβαια, στην ελληνική περίπτωση, σίγουρα κυριάρχησαν στις «λαϊκές επιλογές» και οι διάσημες αντιλήψεις του Καραγκιόζη και του Ναστραντίν Χότζα. Η κουτοπονηριά, δηλαδή, που χαρακτηρίζει μέρος του «πιο έξυπνου λαού του κόσμου». Τον Ιανουάριο του 2015, πολλοί Νεοέλληνες, ερήμην της κρισιμότητας της περιόδου, σκέφτηκαν ότι ένας άπειρος και απαίδευτος λαϊκιστής, επειδή ήταν θρασύς και αδίστακτος, θα μπορούσε να κλονίσει Ευρώπη και Αμερική ώστε να τού δώσουν λεφτά και να διαγράψουν χρέη. Δυστυχώς δε, την ίδια περίπου σκέψη έκαναν και κορυφαίοι επιχειρηματικοί και πολιτικοί παράγοντες στην χώρα, για να την παραδώσουν σε ανθρώπους που ο αείμνηστος Λεωνίδας Κύρκος είχε χαρακτηρίσει «αμόρφωτους και γελοίους».

Έτσι, μέσα σε 18 μήνες η χώρα επιβαρύνθηκε με 80 δισεκατομμύρια ευρώ ζημιά, υπέγραψε ένα τρίτο μνημόνιο χειρότερο από αυτό που ίσχυε τον Ιανουάριο 2015 και σήμερα, απογυμνωμένη από το καλύτερο έμψυχο υλικό της, κατρακυλά προς την απόλυτη παρακμή –οικονομική, ηθική, πνευματική, κοινωνική. Είναι δε μύθος να πιστεύεται ότι με τις τράπεζες χρεοκοπημένες, τις κινήσεις κεφαλαίων υπό έλεγχο, την υπερφορολόγηση να ενδυναμώνεται και την αντιεπιχειρηματική κουλτούρα να κυριαρχεί, θα μπορέσει ποτέ η Ελλάδα να σηκώσει κεφάλι. Απλώς θα φυτοζωεί, εκτός και αν υγιείς και αποφασιστικές πολιτικές δυνάμεις, πραγματικά προοδευτικές, αποφασίσουν να την πάρουν στα χέρια τους, αψηφώντας το όχλο των καραγκιόζηδων, της κομπίνας και της αρπαγής.

Τέτοιες δυνάμεις υπάρχουν στην Ελλάδα και μπορούν να καταφέρουν πολλά. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες μάς απέδειξαν ότι στην χώρα της αντιαριστείας και της βοθροκουλτούρας, υπάρχουν υγιέστατες δυνάμεις προόδου που αντιστέκονται και μάχονται. Νέοι άνθρωποι που τρέφονται ακόμη με ελπίδες, πριν ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους αγωνίζονται να παραμείνουν ζωντανοί στο καθαρτήριο της διαπλοκής, της αλητείας και της μωροφιλοδοξίας. Ανέχονται να τρώνε στην μάπα αμπελοφιλοσοφίες ατόμων που «ατύχησαν» στην ζωή τους να γίνουν κρεοπώλες ανθρώπων ή δεσμοφύλακες ελεύθερων πολιτών. Απεχθάνονται να τούς κάνουν μαθήματα προόδου οι χυδαιότεροι θιασώτες της ολοκληρωτικής βαρβαρότητας και οι καιροσκόποι του νεοπλουτισμού.

Οι νέοι αυτοί Έλληνες της αριστείας είναι τα αληθινά δείγματα της ανάπτυξης και του προοδευτικού δυναμισμού μίας κοινωνίας που δεν θέλει ούτε να δει, ούτε να πάει προς το αύριο. Γι αυτό, τα φερέφωνα του σκοταδισμού και της ανελευθερίας υβρίζουν, ξορκίζουν, συκοφαντούν, απειλούν και αναδίδουν όλη την πνευματική τους δυσωδία μπροστά στους αρίστους. Πρόκειται για έναν κακοήθη πνευματικό όγκο, που ευημερεί σε μία κοινωνία η οποία για την ώρα δείχνει ανίκανη να σταματήσει τις εμπεδούμενες παθογένειές της, χωρίς καν να το καταλαβαίνει.

Προβάλλει έτσι το στρατηγικό ερώτημα: Υπάρχουν ακόμη δυνατότητες αντιστάσεων, όταν οι τελευταίες προαπαιτούν ισχύ; Εάν λοιπόν δεν υφίσταται, τότε πολίτες και κοινωνία οδεύουν επί κενού –με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Όποιος νοιάζεται για την ποιότητα των δημοσίων αγαθών δεν κάνει την εκπαίδευση ‘εύκολη’, το αντίθετο.

Η πτώσις μας είναι βεβαία: Οι Τρώες ο Σίσυφος και ο Φίλης

Του Χαρίδημου Κ. Τσούκα
Το είχα γράψει και παλαιότερα: όσο ο ΣΥΡΙΖΑ θα ενσωματώνεται στη μνημονιακή λογική, τόσο θα αναζητεί ευκαιρίες διαφοροποίησης σε άλλα πεδία, προκειμένου να αφήσει το, κατά την έκφραση του συρμού, «αριστερό αποτύπωμά του» στη διακυβέρνηση της χώρας. Προνομιακό πεδίο για κάτι τέτοιο είναι αυτό που οι παλαιοί κομμουνιστές ονόμαζαν «εποικοδόμημα» - παιδεία, πολιτισμός, ΜΜΕ.
Δεν θα ήταν απαραίτητα κακό αν ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα ευρωπαϊκό αριστερό κόμμα. Δεν είναι. Είναι ένα κόμμα της τριτοκοσμικής κοπής -πτωχοπροδρομικής- αριστεράς, όπως, τηρουμένων των αναλογιών, ήταν το πρώιμο ΠΑΣΟΚ. Εγγενές στοιχείο της πτωχοπροδρομικής αριστεράς είναι ο λαϊκισμός – η πατερναλιστική θεώρηση του λαού ως ενός αδικημένου παιδιού, του οποίου πρέπει να ικανοποιούνται, όσο πιο απρόσκοπτα γίνεται, οι επιθυμίες (από την οικοδόμηση αυθαιρέτων μέχρι την κατάργηση ‘εμποδίων’ στην απόκτηση πτυχίου).
Η ευρωπαϊκή αριστερά μεριμνά πρωτίστως για τους οργανωμένους δημόσιους θεσμούς που παρέχουν συλλογικά αγαθά. Η πτωχοπροδρομική αριστερά, αντιθέτως, εκφυλίζει τα συλλογικά αγαθά σε ανερμάτιστες κρατικές παροχές – ένα είδος ελεημοσύνης. Πρέπει τα παιδιά του λαού να μάθουν γράμματα; Βεβαίως, αν μπορούμε να τους στείλουμε το πτυχίο στο σπίτι, γιατί όχι; Πρέπει οι λαϊκές τάξεις να εισαχθούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση; Αλίμονο, θα μειώσουμε τις βάσεις!
Ο πτωχοπροδρομικός αριστερός, προκειμένου να μην πάρει δύσκολες αποφάσεις, γκρεμίζει τις πόρτες για να μην συνωστίζονται οι υποψήφιοι στην είσοδο – όλοι μέσα! Καταργεί ή χαλαρώνει φίλτρα, κανόνες, και περιορισμούς, αφού όλα αυτά, γι αυτόν, αντανακλούν την ταξική δομή της κοινωνίας. Η ακατέργαστη σκέψη του δεν αντιλαμβάνεται ότι η ταξική δομή δεν καταργείται με την ισοπέδωση, αλλά με τη δημιουργία στιβαρών δημόσιων θεσμών που παράγουν ποιοτικά συλλογικά αγαθά, από τα οποία ωφελούνται κυρίως οι οικονομικώς ασθενέστεροι.
Δείτε την απόφαση Φίλη να επανέλθουν οι λεγόμενοι αιώνιοι φοιτητές. Με λεκτικά τεχνάσματα προσπαθεί να αποκρύψει ότι η ρύθμισή του καταργεί το ανώτατο όριο σπουδών  - δεν υφίσταται πλέον διαδικασία σε ένα πανεπιστήμιο για να διαγράψει τους ανενεργούς φοιτητές του. Η κυβέρνηση αυτή θεωρεί ότι οι χρονίως ανενεργοί φοιτητές δεν αποτελούν πρόβλημα, αφού δεν επιβαρύνουν οικονομικά το πανεπιστήμιο (το είχε πει παλαιότερα ο Τσίπρας σε δήλωσή του). Πρόκειται για χυδαίο οικονομισμό.
Με αμιγώς οικονομικούς όρους, ο φοιτητής που μετατρέπεται σε ανενεργό συνιστά μια αποτυχία της δημόσιας πολιτικής, αφού η δημόσια επένδυση στη μόρφωσή του δεν αποδίδει - τα χρήματα που ξοδεύουμε δεν πιάνουν τόπο, σπαταλούνται. Με αμιγώς οργανωτικούς όρους, ο χρονίως ανενεργός φοιτητής είναι ένα βάρος στον οργανισμό, στο μέτρο που το πανεπιστήμιο δεν μπορεί αξιόπιστα να προγραμματίσειμαθήματα, φροντιστήρια,εξετάσεις, εργαστήρια, δαπάνες φοιτητικής μέριμνας. Και, το σημαντικότερο, με αμιγώς εκπαιδευτικούς όρους, ο χρονίως ανενεργός φοιτητής έχει χάσει το ενδιαφέρον για τη μόρφωσή του, ρίχνοντας έτσι τον συλλογικό πήχη των επιδόσεων και προσδοκιών. Χρέος της πολιτείας και του πανεπιστημίου είναι να τον ωθήσουν να ενδιαφερθεί. Δεν μπορούν, φυσικά, να του επιβάλλουν την επιθυμία της μόρφωσης, μπορούν όμως να του επιβάλλουν κυρώσεις (όπως η απειλή της διαγραφής) που ενδέχεται να τον θέσουν σε εγρήγορση.
Η θεσμική λογική εκλαμβάνει τον φοιτητή ως λήπτη αποφάσεων, ο οποίος λειτουργεί σε ένα δομημένο περιβάλλον κινήτρων και κυρώσεων. Αυτό το περιβάλλον είναι έτσι σχεδιασμένο ώστε να παρέχονται στο φοιτητή υποδομές(π.χ. υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας) και δυνατότητες (π.χ. μερικής απασχόλησης φοίτηση), να επιβάλλονται περιορισμοί (π.χ. προαπαιτούμενα μαθήματα) και κυρώσεις (π.χ. διαγραφή), προκειμένου ο φοιτητής να κάνει ορθολογικά τις επιλογές του. Ο οργανωμένος τρόπος λειτουργίας έχει και παιδαγωγική σημασία: ο νέος άνθρωπος μαθαίνει να επιλέγει υπεύθυνα και ορθολογικά, προετοιμαζόμενος έτσι για τη μετέπειτα ζωή του.
Η πτωχοπροδρομική λογική, αντιθέτως, εκλαμβάνει τον φοιτητή ως αξιολύπητο καταναλωτή(ή ένα αδικημένο παιδί, το οποίο είναι φορέας μόνο δικαιωμάτων, όχι υποχρεώσεων) που πρέπει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του (ή να ασκεί τα δικαιώματά του) δίχως όρια. Στο πτωχοπροδρομικά σχεδιασμένο περιβάλλον, ο φοιτητής δεν ωθείται να πάρει την ευθύνη των αποφάσεων για το μέλλον του, σε συνθήκες πεπερασμένων πόρων και κανόνων, άρα δεν ωθείται να ενεργεί ορθολογικά για το μακροχρόνιο συμφέρον του. Όσο ο οργανισμός δεν έχει εύλογες απαιτήσεις από αυτόν, ο πήχης χαμηλώνει. Η μόρφωση ως αγαθό ευτελίζεται, όταν ο φοιτητής δεν πιέζεται να την πάρει στα σοβαρά.
Όποιος νοιάζεται για την ποιότητα των δημοσίων αγαθών δεν κάνει την εκπαίδευση ‘εύκολη’, το αντίθετο. Ψηλώνει τον πήχη των απαιτήσεων, ενισχύει τις εκπαιδευτικές υποδομές, θέτει κανόνεςκαι ελέγχους ποιότητας (άρα και κυρώσεις), και πασχίζει, με συγκροτημένο τρόπο, να διευκολύνει τους οικονομικά αδύναμους με ευέλικτες μορφές εκπαίδευσης. Όλα αυτά υπακούουν στην αρχιτεκτονική τηςθεσμικής λογικής: πώς να παρέχονται συλλογικά αγαθά ποιότητας.
Αν θεωρείτε ότι λέω πράγματα αυτονόητα, έχετε δίκιο. Δείγμα της τεράστιας υστέρησής μας έναντι του ανεπτυγμένου κόσμου είναι ότι ο δημόσιος λόγος, εν πολλοίς, ανακυκλώνει τα αυτονόητα. Στην εποχή της αστακομακαρονάδας, το 2007, έγραφα: «Στη σημερινή Ελλάδα δεν δείχνει να υπάρχει ισχυρότερο εκπαιδευτικό όραμα από την ασθμαίνουσα αναπλήρωση χαμένων μαθημάτων! Τους φοιτητές δεν φαίνεται να τους συγκινεί τίποτε παραπάνω από την άκοπη και απρόσκοπτη απόκτηση του πτυχίου, έστω και χωρίς μαθήματα. Τους καθηγητές δεν φαίνεται να τους απασχολεί κάτι περισσότερο από την πάση θυσία διευκόλυνση των φοιτητών τους. Είμαστε η χώρα της ήσσονος προσπάθειας, των χαμηλών προσδοκιών, των απονευρωμένων οραμάτων. Βάζουμε τον πήχη τόσο χαμηλά -να μείνουν ανοιχτά τα πανεπιστήμια· να μη χαθεί το εξάμηνο- ώστε να είμαστε ικανοποιημένοι με τις επιδόσεις μας! Ορίζουμε την πραγματικότητα όπως μας συμφέρει: έτσι είναι, εφόσον έτσι νομίζουμε! Έχουμε παγιδευτεί σε έναν φαύλο κύκλο ιδιοτελών συνδικαλιστικών επιδιώξεων και χαμηλών απαιτήσεων. Ο πήχης πέφτει διαρκώς» («Χώρα χαμηλών προσδοκιών!», Καθημερινή, 22/4/2007).
Ο πήχης πέφτει με αυξανόμενη επιτάχυνση. Θυμηθείτε: το νόμο Διαμαντοπούλου άρχισε να τον ξηλώνει πρώτα ο Μπαμπινιώτης (διάδοχός της στο υπουργείο Παιδείας) και, κυρίως, το δίδυμο Αρβανιτόπουλου (ΝΔ)-Παπαθεοδώρου (ΠΑΣΟΚ) – πρόθυμοι να προσφέρουν ανιδιοτελώς τις «ακαδημαϊκές» υπηρεσίες τους στα κόμματα εξουσίας και στο συντεχνιακό τους σινάφι! Ο Φίλης («αιώνιος φοιτητής» κι ο ίδιος!) και οι όμοιοί του εκφράζουν σήμερα την πιο πρόσφατη εκδοχή της βαθιάς, αργόσυρτης ελλαδικής παρακμής.
Το έργο του εκσυγχρονισμού της χώρας είναι σισύφειο. Κάθε βήμα προόδου είναι αβέβαιο· τείνει να ανακόπτεται με ένα πισωγύρισμα – αυτό είναι το ευρύτερο «μεταρρυθμιστικό» μοτίβο στη γραφική μας χώρα. Οι συλλογικοί μας δαίμονες υπονομεύουν ό,τι οι εκλάμψεις πολιτικού ορθολογισμού δημιουργούν.
Το έγραψε υπέροχα ο Καβάφης: «Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων./Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη/θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,/κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε./Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,/η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·/ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·/κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε/ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή». 
Η πτώσις μας είναι βεβαία…

*Ο Χ.Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick, και συγγραφέας των βιβλίων «Αν ο Αριστοτέλης ήταν Διευθύνων Σύμβουλος» (Καστανιώτης) και «Η Τραγωδία των Κοινών» (Ίκαρος).

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Η επικίνδυνη θολούρα των Συριζαίων: Μεταξύ προυντονικού και μπακουνικού αναρχισμού και λενινιστικού, σταλινικού και γκραμσικού κομμουνισμού

Μετά και το χτεσινό επεισόδιο με την αμφισβήτηση των κανόνων Δικαίου από τον υφυπουργό Υγείας κ Πολάκη, την εξύμνηση παρανομιών από τη βουλευτή κ Αυλωνίτου, την εμμονή του βουλευτή Γ Κυρίτση στην άποψη ότι οι καταλήψεις βρίσκονται «στο γκρίζο σημείο μεταξύ νόμου και πολιτικής αντίληψης» (!) και τη σιωπηρή επιδοκιμασία του πρωθυπουργού σ αυτή τη νοοτροπία, γίνεται ολοφάνερο και στον τελευταίο πολίτη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ που «θα μας τάραζε στη νομιμότητα» δεν έχει καμιά σχέση με τη Δημοκρατία και το κράτος Δικαίου. Δεν έχει σχέση με τη νομιμότητα.

Για να το πούμε πιο καθαρά, μια κοινωνία μπορεί να λειτουργεί με δικαιοσύνη και ισονομία μόνο αν τηρούνται από τις κυβερνήσεις τα παρακάτω απλά:

1. οι νόμοι υπάρχουν για να εφαρμόζονται.

2. αν η κυβέρνηση αμφισβητεί τη χρησιμότητα ενός νόμου ψηφίζει άλλον.

3. αν ο νέος νόμος δεν κινείται στα πλαίσια του συντάγματος ή παραβαίνει άλλο νόμο, η δικαιοσύνη παρεμβαίνει και αποφασίζει για την τύχη του.

4. αν έχει παραβιαστεί νόμος η δικαιοσύνη εντέλλεται στη διωκτική αρχή την εφαρμογή του νόμου.

Αυτή η μπακάλικη Συνθήκη είναι ο τρόπος λειτουργίας κάθε κοινοβουλευτικής και μη κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας για:

1. Να μην κάνει η κυβέρνηση ανεξέλεγκτη ο,τι της κατέβει

2. Να λογοδοτεί

3. Να υπάρχει κράτος Δικαίου.

Από τις αντιλήψεις των μελών του ΣΥΡΙΖΑ είναι φανερό ότι οι άνθρωποι είναι ανίδεοι από τα παραπάνω στοιχειώδη, ανίδεοι από Δημοκρατία, όπως αποκαλύπτει και η χτεσινή παρέμβαση του κ Πολάκη, που προκάλεσε την έκρηξη όλων των δικαστικών ενώσεων.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Πολύ απλό: Ο ΣΥΡΙΖΑ ζει τη μεγάλη αντίφαση. Αποφάσισε να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που όχι μόνο δεν πιστεύει σ αυτήν, αλλά τη θεωρεί και  εχθρό δικό του και του λαού.

Μετά απ αυτό, καλείται να κυβερνήσει με τους κανόνες της αστικής δημοκρατίας, που είναι αντίθετοι με τα πιστεύω του. 

Νομίζω ότι αυτό αρκεί για να ερμηνεύσει κανείς και την αλλοπρόσαλλη πολιτική της κυβέρνησης, αλλά και τις διάφορες αντιδράσεις βουλευτών και στελεχών του κόμματος σε ένα σωρό θέματα.

Η νοοτροπία τους, όπως ξεδιπλώνεται πεντακάθαρα από τις δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών είναι μία:

- Αφού η κυβέρνηση εκλέχτηκε από το λαό, είναι εντολοδόχος του και επομένως έχει το δικαίωμα να εφαρμόσει την πολιτική της, όπως νομίζει.

Για να το πω με άλλα λόγια «με εκλέξανε και κάνω ο,τι γουστάρω».

Η συγκεκριμένη νοοτροπία του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι αντιδημοκρατική στα όρια της απολυταρχίας, παραβλέπει τα εξής βασικά:

1. Η κυβέρνηση δεν εκλέχτηκε «από το λαό», αλλά από ένα κομμάτι του λαού, που επί πλέον είναι και μειοψηφικό. Γίνεται πλειοψηφικό σε έδρες στη Βουλή χάρη σε καλπονοθευτικούς εκλογικούς νόμους και στη σύμπραξη με άλλο (κατά σύμπτωση ακροδεξιό) κόμμα.

2. Η κυβέρνηση δεν εκλέγεται για να ικανοποιήσει το κομμάτι του λαού που την εκλέγει, αλλά όλο το λαό. Άρα είναι εντολοδόχος όλου του λαού.

3. Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να εφαρμόσει την πολιτική της όχι όπως νομίζει, αλλά στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων.

4. Αν δεν της κάνουν οι νόμοι μπορεί να τους αλλάξει μέσω της Βουλής, υπό την προϋπόθεση ότι οι νέοι νόμοι συνάδουν με το νομικό πλαίσιο της χώρας.

5. Οι πράξεις και οι νόμοι της κυβέρνησης υπόκεινται σε έλεγχο από τη Δικαιοσύνη.

Φυσικά, υπάρχει πάντα και η γενναία λύση: Αν μια κυβέρνηση αμφισβητεί το καθεστώς της χώρας που κλήθηκε να υπηρετήσει μπορεί να το αλλάξει με επανάσταση. Μπορεί να καλέσει το λαό στα όπλα, να ανατρέψει το υπάρχον σύστημα και να εγκαταστήσει το δικό της.

Σ αυτή την περίπτωση θα έχει παραβιάσει το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος, που απαγορεύει την ένοπλη εξέγερση κατά της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, αλλά θα μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 120, που αφήνει στους πολίτες το δικαίωμα και την υποχρέωση υπεράσπισης του Συντάγματος με κάθε μέσο.

Αρκεί στα δικαστήρια που θα στηθούν  αργότερα για ένοπλη εξέγερση κατά της Δημοκρατίας να μπορέσει να αποδείξει:

1. Ότι ο λαός εξεγέρθηκε μαζικά και πλειοψηφικά.

2. Ότι λαός και κυβέρνηση υπερασπίζονταν το Σύνταγμα που παραβιαζόταν.

3. Ότι δεν ήταν μια ένοπλη απόπειρα εγκατάστασης μιας μειοψηφικής «ο,τιγουσταρωκανω» διακυβέρνησης.

Αυτά τα αλφαβητάρια της λειτουργίας της Δημοκρατίας τα αγνοούν εντελώς τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, που παρίσταναν τους δημοκράτες όσο ήταν στην αντιπολίτευση, κοροϊδεύοντας όχι μόνο το λαό, αλλά και πολλά από τα καλοπροαίρετα μέλη του.

Στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ δημοκράτες. Δεν έχουν ιδέα από Δημοκρατία. Δεν τους αφορά. Οι θέσεις κορυφαίων υπουργών το φανερώνουν:

1. Ο κ Σκουρλέτης, πρίν από λίγο καιρό έδωσε συγχαρητήρια στο γιό του που καταδικάστηκε από δικαστήριο. Ο λόγος δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι ο υπουργός δεν έχει συναίσθηση, ότι μ αυτό τον τρόπο, απορρίπτει το νόμο και τη δικαιοσύνη που έχει ορκιστεί στο λόγο της τιμής του να υπηρετεί. Απλώς δεν έχει τιμή. Γιατί αν είχε θα αρνιόταν τον υπουργικό θώκο υπηρέτησης αυτής της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και θα είχε το θάρρος να είναι με το παιδί του στο πεζοδρόμιο, μαχόμενος εναντίον της, για το πολίτευμα που πιστεύει. Ο γιός του είναι πολύ πιο αξιόλογος και συνεπής. Κρίμα που δεν του έμοιασε.

2. Ο κ Κυρίτσης δήλωσε χτές ότι οι καταλήψεις «βρίσκονται στο γκρίζο σημείο μεταξύ νόμου και πολιτικής αντίληψης»! Ο άνθρωπος δεν ξέρει καν ότι ο νόμος είναι η αποτύπωση της πολιτικής αντίληψης! Δεν υπάρχει κενό μεταξύ τους!

Η πολιτική αντίληψη του κάθε κ Κυρίτση έχει μόνο ένα δρόμο στη Δημοκρατία, είτε είναι λαϊκή είτε κοινοβουλευτική: Να φέρει άλλο νόμο, να ψηφιστεί από τη Βουλή και να τον εφαρμόσει. Δεν δικαιούται σαν υπουργός να παραβιάζει τον υπάρχοντα, ούτε να εκθειάζει την παραβίασή του.

Επειδή, ο άνθρωπος δεν έχει καν το μυαλό να σκεφτεί ότι η αμφισβήτηση του νόμου δίνει στο λαό το μήνυμα ότι όλοι οι νόμοι είναι υπό αμφισβήτηση. Κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο για τη Δημοκρατία. Η Δικαιοσύνη την κρατάει στα πόδια της.

Τον ΣΥΡΙΖΑ τον έφερε ο λαός για να ξεριζώσει τη νοοτροπία των προηγούμενων κυβερνήσεων, που κουρέλιασαν τους νόμους και τους απαξίωσαν στη συνείδηση των πολιτών. Δεν τον έφερε για να κάνει τα ίδια και χειρότερα.

3. Ο κ Τόσκας πρίν από μέρες ούτε που κούνησε το δαχτυλάκι του για την καταστροφή του ΚΕΠ στη Θεσσαλονίκη. Έχει ευθύνη έναντι του νόμου γι αυτή του την παράλειψη. Και σε μια ευνομούμενη λαϊκή ή κοινοβουλευτική δημοκρατία θα πεταγόταν με τις κλωτσιές από τη θέση του για έναν πολύ σοβαρό λόγο: Γιατί ζημίωσε με τη στάση του το δημόσιο ταμείο. Την τσέπη των πολιτών. Αλλά, ο κ Τόσκας δεν έχει το θάρρος ούτε να κάνει τη δουλειά του σύμφωνα με τους νόμους αυτού του κράτους ούτε και να παραιτηθεί και να κατέβει στο πεζοδρόμια για να υπερασπιστεί το κράτος που θέλει.

4. Οι κυρίες Αναγνωστοπούλου και Αυλωνίτου χαϊδεύουν με δηλώσεις τους τους καταληψίες των κτηρίων, αλλά δεν κάνουν τίποτε για να εφαρμόσουν το νόμο περί επίταξης, όπως έχουν δικαίωμα (έγραψα χτες), αναλαμβάνοντας ως κράτος την ευθύνη που τους αναλογεί. Αφήνουν τη δουλειά σε πολίτες, που μ αυτό τον τρόπο τους οδηγούν στην αυτοδικία, αντί να τους απορροφούν σε δομές φροντίδας των άστεγων.

5. Ο κ Πολάκης, τέλος χτες (δε φτάνει ο χώρος για ν αναφέρω και άλλους) κάνει μαθήματα δικαίου στη δικαιοσύνη για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τις παράνομες απόπειρές του να εφαρμόσει με το έτσι θέλω, κατά παράβαση των νόμων αυτά που θέλει σαν υπουργός! Στα οποία τον πιστεύω ότι έχει δίκιο! Αλλά, το δίκιο θέλει να το επιβάλει. Έξω από τη νόμιμη οδό. Με τσαμπουκά.

Αφορμή, η σύλληψη του διευθυντή και υποδιευθυντή του νοσοκομείου Τρικάλων από την αστυνομία γιατί προσλάβανε με ατομικές συμβάσεις καθαρίστριες, ενώ απαγορεύεται από το νόμο!

Και λέει στην καφενειακής δικαιοσύνης συλλογιστική του ο επαναστάτης ποπολάκης:

«ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΑΧΗ του ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο»( τα κεφαλαία δικά του)! Και πιο κάτω: « Δεν είναι δυνατόν κεντρικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης, που εξυγιαίνουν το χώρο της υγείας να βρίσκονται υπό την αίρεση ή την ακύρωση από κάποιον δικαστή, που μπορεί να εκδίδει προσωρινές διαταγές ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ (τα κεφαλαία δικά του!)..." Και πιο κάτω διαμαρτύρεται για τη σύλληψη των παραβατών «επειδή εφάρμοσαν ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΕΝΗ κυβερνητική πολιτική» (τα κεφαλαία δικά του).

Από το κείμενό του βγαίνει αβίαστα ένα συμπέρασμα: «Κυβέρνηση είμαι, ο,τι γουστάρω κάνω. Αν η νομοθετημένη μου ενέργεια ήταν εκτός νόμου δε μ απασχολεί». Αν πρέπει να σεβαστεί τους νόμους, να περιμένει και να δεί το αποτέλεσμα, αυτό δεν υπάρχει στη νοοτροπία του, στη συλλογιστική του. Και πώς να υπάρχει στη δημοκρατικότητα ενός ανθρώπου, που δε ντράπηκε να διαλαλήσει ότι σαν δήμαρχος κρατούσε διπλά βιβλία! Μαγκιά.

Ο κ Πολάκης και οι σύντροφοί του δεν έχουν πάρει χαμπάρι ότι η ανθρωπότητα έχει χύσει τόνους αίματος επί αιώνες για να πλησιάσει στη δημιουργία ενός συστήματος κοινωνίας όπου η κάθε κυβέρνηση δεν θα μπορεί να κάνει ο,τι γουστάρει. Οτι δεν θα έχει το μονοπώλιο της βίας. Οτι δεν θα είναι μοναδική εξουσία. Οτι θα ελέγχεται από άλλες εξουσίες. Κυρίως, οτι θα ΛΟΓΟΔΟΤΕΙ. Με λίγα λόγια, οτι δεν θα είναι δικτατορία.

Το κωμικοτραγικό: Οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ έχουν τέτοια ιδεολογική σύγχυση και θολούρα, που κινούνται άνετα μεταξύ προυντονικού και μπακουνικού αναρχισμού και λενινιστικού, σταλινικού και γκραμσικού κομμουνισμού, που όλα αυτά μαζί έχουν τόση σχέση μεταξύ τους όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ με τη Δημοκρατία.

Καλό είναι να το καταλάβει ο λαός προτού είναι αργά.

Γ. Παπαδόπουλος-Τετράδης
liberal.gr 

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

Το υποβόσκον ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων

 Ι. Λάμπρου, Πολιτικός Επιστήμων-Διεθνολόγος
Πηγή: Ινστιτούτο Συντηρητικής Πολιτικής

"Η Αθήνα δεν πρέπει να αποδεχθεί, ποτέ, τη λέξη Μακεδονία για τον προσδιορισμό της γειτονικής χώρας. Η λεγόμενη σύνθετη ονομασία αποτελεί προκάλυμμα για την επιβολή της λέξης Μακεδονία."

Η προ μηνών αναφορά, του Αναπληρωτή Υπουργού αρμόδιου για θέματα Μεταναστευτικής Πολιτικής κ. Μουζάλα, των Σκοπίων με το όνομα Μακεδονία προκάλεσε αντιδράσεις και ποικίλα  σχόλια.[1] Χρησιμοποιώντας αυτή τη δήλωση ως αφορμή καταθέτουμε μερικές σκέψεις αναφορικά με το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας και τα διαχρονικά χαρακτηριστικά χειρισμού θεμάτων εξωτερικής πολιτικής από την ελλαδική πολιτεία.
 
Τοποθετήσεις σαν και αυτή του κ. Μουζάλα αλλά και κάθε κρατικού αξιωματούχου βλάπτει τη χώρα. Το πολιτικό προσωπικό αλλά, το σημαντικότερο, η κοινωνία, αποκαμωμένη από την οικονομική κρίση, εθίζεται στην ρητορική των γειτόνων βαυκαλιζόμενη ότι επιλέγουμε το δρόμο του συμβιβασμού και της σύνεσης και ότι αυτό θα εκτιμηθεί από τα Σκόπια και τους συμμάχους… Όταν δημόσιοι λειτουργοί  χρησιμοποιούν ή, χειρότερα σε άλλες πειρπτώσεις, υποστηρίζουν, ότι  τα  Σκόπια θα έπρεπε να ονομάζονται Μακεδονία οι βόρειοι γείτονες δεν έχουν κίνητρο να εγκαταλείψουν τις ανιστόρητες θέσεις τους και ταυτόχρονα κερδίζουν αυτό που, πρωτίστως, επιθυμούν· την νομιμοποίηση των θέσεων αυτών από την Αθήνα.

Μάλιστα, θα μπορούσε, κάλλιστα, να υποστηριχθεί,  λόγω της επιμονής των Σκοπιανών να μην χρησιμοποιούν καν το  προσωρινό όνομα της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 ( Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας) αλλά να εμμένουν στο συνταγματικό τους όνομα (Δημοκρατία της Μακεδονίας) οι Έλληνες αξιωματούχοι, οι διπλωματικές αντιπροσωπείες στο εξωτερικό αλλά και τα ελληνικά ΜΜΕ, κάλλιστα, μπορούν να κάνουν λόγο για Σκόπια, ή Δημοκρατία των Σκοπίων.

Συχνά υποστηρίζεται από ορισμένους πολιτικούς και αναλυτές ότι η Αθήνα σπαταλά πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων. Σειρά επιχειρημάτων χρησιμοποιoύνται για να υποβαθμίσουν την ανάγκη αντίδρασης στη χρήση της λέξης Μακεδονία εκ μέρους των Σκοπιανών.

Το μεγαλύτερο μέρος των χωρών του ΟΗΕ, υποστηρίζεται, αναγνωρίζει τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα. Η αξία αυτού του γεγονότος, όμως, συνδέεται άμεσα με τις αντοχές των Αθηνών. Σημασία έχει τι κάνει η Ελλάς. Οι καταχραστές των Σκοπίων είναι ανασφαλείς. Επιζητούν  νομιμοποίηση της κλοπής, μια νομιμοποίηση που θα έρθει μόνο με την υπογραφή της ελληνικής κυβερνήσεως.

Η αναγνώριση από τρίτους δεν έχει αξία αυτή καθ’ εαυτή παρά μόνο στο βαθμό που ασκεί πίεση στην Αθήνα να συναινέσει στις ανιστόρητες αξιώσεις των Σκοπιανών. Όπως ακριβώς και στο Κυπριακό με την Άγκυρα αυτή τη φορά να επιζητεί τη δική μας υπογραφή για να νομιμοποιήσει την εισβολή και την κατοχή 42 ετών… Η Αθήνα κρατά τη μοίρα στα χέρια της. Οι κραυγές περί δήθεν απομονωτισμού, μαζί με τη διάθεση της μεταπρατικής ελίτ της χώρας να κλείνουν(;) ένα–ένα τα εθνικά θέματα για να αφιερωθούμε απερίσπαστοι στο όνειρο της ευρωπαϊκής ευμάρειας (ποια ευμάρεια;), το μόνο που κάνουν είναι να υπονομεύουν τη θέληση για μακροχρόνιο αγώνα. Εξάλλου, δεν υπάρχει υποχρέωση μια χώρα να δεσμεύεται από τις εσωτερικές συνταγματικές διατάξεις μια άλλης χώρας. Αν αυτό συνέβαινε θα επέτρεπε στους πολίτες ή στο Κοινοβούλιο μιας χώρας να λαμβάνουν αποφάσεις για ζητήματα, τα οποία αφορούν τρίτα κράτη και να έχουν αξίωση από τα τελευταία να αποδεχθούν τις αποφάσεις αυτές. Η άποψη ότι πρέπει να σεβαστούμε το συνταγματικό τους όνομα υποκρύπτει την αξίωση ότι η βούληση των Σκοπιανών είναι πιο σημαντική, πιο ιερή, πιο ανώτερη από αυτή των Ελλήνων….

Τα Σκόπια είναι μικρό κράτος και δεν μπορούν να βλάψουν την Ελλάδα, έτερο επιχείρημα. Από μόνα τους σίγουρα όχι. Το 1940 η Ιταλία δεν εισέβαλλε στην Ελλάδα πραγματοποιώντας απόβαση στα Ιόνια Νησιά αλλά χρησιμοποίησε το προτεκτοράτο της Αλβανίας. Η Αλβανία από μόνη της δεν μπορούσε να βλάψει την Ελλάδα. Ενεργούμενο, όμως, της Ρώμης έβλαψε την Ελλάδα όπως και το κράτος των Σκοπίων ενεργούμενο της Άγκυρας ή, ίσως, της Σόφιας μπορεί να επιφέρει ζημιά. Μια τουρκική στρατιωτική βάση, χιλιάδων Τούρκων στρατιωτών, στα Σκόπια θα αποτελεί εστία ανησυχίας για τις Ελληνικές ΄Ενοπλες Δυνάμεις. Εναλλακτικά, αν, μακροπρόθεσμα, τα ερείσματα της Σόφιας ενισχυθούν στα Σκόπια, η Βουλγαρία θα αναλάβει την προώθηση του Μακεδονισμού εντασσόμενου στην διαχρονική βουλγαρική οπτική…

Διάλογος: Τρόπος επίλυσης ή αυτοσκοπός;

Η απουσία στρατηγικού σχεδιασμού, η φοβία στην άρθρωση των συμφερόντων της χώρας  αλλά κυρίως η άρνηση να καταβληθεί το κόστος υποστήριξης των συμφερόντων αυτών αναγκάζει την Αθήνα να προστρέχει στο καταφύγιο του διαλόγου όχι ως μέσο επίλυσης διαφορών  αλλά ως αυτοσκοπό ελπίζοντας πως η διαδικασία του διαλόγου, αυτή καθ’ αυτή, από μόνη της, αρκεί  ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα. Ο διάλογος προσεγγίζεται ως μια διαδικασία, εντελώς, ξεχωριστή και εναλλακτική από την ένταση και αντιπαλότητα  επιχειρημάτων. Αρκεί να υπάρχει καλή θέληση, φιλική διάθεση, αλληλοκατανόηση, αλληλοσεβασμός και τα συναφή.

Ο διάλογος, όμως, είναι χρήσιμος  όταν υπάρχει περιθώριο ανάπτυξης συνεργατικών σχέσεων πάνω στη βασική θεματική της  διαπραγμάτευσης. Όταν, αντίθετα, οι αξιώσεις των δύο μερών είναι αντιθετικές τέτοια περιθώρια δεν υπάρχουν. Όπως είχε επισημάνει ο ευπατρίδης Δημήτρης Δούντας η απόσταση μεταξύ, διαμετρικά, αντίθετων αξιώσεων « δεν είναι θέμα φόρμουλας αλλά αλλαγής στόχων».

Η πλευρά των Σκοπίων, από την πρώτη στιγμή έναρξης του διαλόγου υπήρξε ειλικρινής και ξεκάθαρη. Αδιαπραγμάτευτη βάση των γειτόνων αποτελεί η έννοια του «μακεδονικού έθνους», της «μακεδονικής γλώσσας», του «μακεδονικού πολιτισμού». Φυσικό επακόλουθο είναι η εμμονή τους στο συνταγματικό όνομα, «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Χαρακτηριστικό επί τούτου αποτελεί η μαρτυρία του πρέσβη ε.τ. Χρήστου Ζαχαράκη πως επί κυβερνήσεως Κ. Σημίτη η Ελλάς είχε αποδεχθεί την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας – Σκόπια».[2] Η πλευρά των Σκοπίων, όμως, απέρριψε την πρόταση. Ποιο συμπέρασμα όφειλε να εξαγάγει η Αθήνα όταν τα Σκόπια απέρριψαν μια πρόταση, η οποία τους έδινε το 90% αυτών που ζητούσαν; Τι καταμαρτυρά  αυτό το γεγονός για τις αξιώσεις και τις στοχεύσεις της άλλης πλευράς και για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τη διαδικασία του διαλόγου;

Η επιλογή του διαλόγου και γενικότερα ειρηνικών μέσων για την επίλυση διακρατικών διαφορών είναι θεμιτή και κατανοητή. Επιβάλλεται, άλλωστε, από τον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ( άρθρο 2 παρ.3) όντας συμπληρωματική της καταδίκης της χρήσης βίας ή απειλής χρήσης βίας ( άρθρο 2 παρ. 4). H Ελλάς, ως χώρα ομοεθνείς της οποίας υπήρξαν θύματα της γενοκτονικής πολιτικής των Τούρκων, θύματα συστηματικών διακρίσεων -μέχρι αυτή τη στιγμή- στη γειτονική Αλβανία, και θύματα εισβολής και κατοχής στην Κύπρο το 1974 πρέπει να συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του ΟΗΕ και να πράττει ανάλογα. Δεν γίνεται συνειδητή χρήση του διαλόγου ως ενός μέσου έχοντας επίγνωση των αδυναμιών και των ορίων του, αλλά επιλέγεται ενστικτωδώς, με μηχανικό τρόπο νιώθοντας μια υπαρξιακή ανάγκη να λάβουμε συμμαχικά εύσημα για την επίδειξη θέλησης και την προσκόλληση μας στο διεθνές δίκαιο. Επίσης, δεν γίνεται κατανοητό ότι ο διάλογος, κάλλιστα, μπορεί να συνυπάρχει και να λαμβάνει ταυτόχρονα με εχθρικές ενέργειες υπονομευτικές του διαλόγου.

Απαιτούνται εναλλακτικές πολιτικές σε περίπτωση κατά την οποία η απαρασάλευτη πίστη μας στο διάλογο δεν δικαιωθεί. Απουσία εναλλακτικών μορφών δράσης φέρνει την διαχρονικά, ευεπίφορη σε υποχωρήσεις ελλαδική ηγεσία στο να επιλέξει μεταξύ μια προσφερόμενης κακής λύσης και του «φάσματος της απομόνωσης» από τυχόν άρνηση. Η κατάληξη γνωστή· « Και τι να κάναμε; Δεν είχαμε άλλη επιλογή». Παγιδευμένη στην φονταμενταλιστική πίστη στις θαυματουργές ιδιότητες του διαλόγου φυσικό είναι να μην φροντίζει η Αθήνα να υπάρχουν άλλες επιλογές…
Έχουνε περάσει πάνω από δύο δεκαετίες διαλόγου με τα Σκόπια. Ποιο το αποτέλεσμα; Επίσης, υπάρχουν απτές, μη επιδεχόμενες άλλων ερμηνειών, αποδείξεις για αλλαγή της συμπεριφοράς των γειτόνων; Ποια γεγονότα έλαβαν χώρα ώστε να συντηρείται ελπίδα έστω και ενός μέτριου συμβιβασμού;

Προοπτική επίλυσης;

Η δυσάρεστη αλήθεια είναι πως το όνομα της Μακεδονίας έχει, εν μέρει, απεμποληθεί με την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995. Πολίτες τρίτων χωρών στο εξωτερικό για λόγους ελλιπούς  ιστορικής γνώσεως ή ευκολίας  χρησιμοποιούν μόνο τη λέξη Μακεδονία. Ταυτόχρονα, αναφορικά με τον προσδιορισμό καταγωγής και γλώσσας  δεν μπορούν να χρησιμοποιούν κάτι διαφορετικό από «macedonian». Ποια η εναλλακτική; Formeryugoslavomacedonian; Και αυτό το γνώριζαν τόσο οι Έλληνες όσο και οι Σκοπιανοί και ο διεθνής παράγοντας τη στιγμή της υπογραφής της Ενδιάμεσης Συμφωνίας. Τυπική ελλαδική προσέγγιση εθνικών ζητημάτων. Δεν υποχωρούμε ατάκτως αλλά τόσο ώστε να υπονομευθεί  – αν χρειαστεί –  αλλαγή πολιτικής στο μέλλον ή ώστε να φαίνεται περεταίρω υποχώρηση φυσιολογική ή ως το επιπλέον αναγκαίο βήμα για την «επίλυση» του ζητήματος. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση της φράσης Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας για πάνω από είκοσι χρόνια, με παράλληλη επικράτηση διεθνώς μόνο της λέξης Macedonia, καθιστά πιο εύκολη μια περαιτέρω υποχώρηση.

Φυσικά, λόγω της συμπεριφοράς των Σκοπιανών τις τελευταίες δύο δεκαετίες – μεταξύ άλλων, απεικόνιση σε σχολικά εγχειρίδια ελληνικών εδαφών στην επικράτεια του σκοπιανού κράτους, χρήση του Ήλιου της Βεργίνας, ονομασία του διεθνούς αεροδρομίου των Σκοπίων σε “Μέγας Αλέξανδρος”, έγερση αγάλματος του Φιλίππου Β΄ στην πόλη των Σκοπίων – η Ελλάς διατηρεί το δικαίωμα της αποχώρησης από την Ενδιάμεση Συμφωνία ώστε να μην δεσμεύεται και από αυτό ακόμα το προσωρινό όνομα. Τούτο, ρητώς, διαλαμβάνεται στο άρθρο 23 παράγραφος 2 όπου ορίζεται πως κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να αποσυρθεί δώδεκα μήνες μετά από γραπτή ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αν υποτεθεί ότι θα υπήρχε μια ελληνική κυβέρνηση η οποία θα ήθελε να αλλάξει το υφιστάμενο πλαίσιο λύσης…

Χαρακτηριστική της σκοπιανής αναξιοπιστίας και αφερεγγυότητας όσον αφορά την τήρηση  διακρατικών συμφωνιών και της φανατικής εμμονής να επιβάλλουν το συνταγματικό όνομα, αποτέλεσε η αναφορά στο κλείσιμο της ομιλίας του τότε προέδρου των Σκοπίων Μπράνκο Τσερβένκοφσκι το 2007, στο πλαίσιο της 62ης Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ότι « … το όνομα της χώρας μου είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας και θα είναι Δημοκρατία της Μακεδονίας » [ «…the name of my country is Republic of Macedonia and will be Republic of Macedonia] καθώς επίσης και η αναφορά του σκοπιανού προέδρου της 62ης Συνόδου  Srgjan Kerim σε «Δημοκρατία της Μακεδονίας» από το βήμα του προεδρείου[3]. Υπενθυμίζεται ότι το Ψήφισμα 817 της 7ης Απριλίου 1993  της Γενικής  Συνέλευσης του ΟΗΕ διελάμβανε πως τα Σκόπια, θα καλούνται, για τις ανάγκες του ΟΗΕ ως ΠΓΔΜ.[4] Το εν λόγω ψήφισμα μνημονεύεται στο άρθρο 11.2 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας όπου ορίζεται πως η Ελλάς έχει το δικαίωμα να αντισταθεί στην είσοδο των Σκοπίων σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο είναι η ίδια μέλος, αν τα Σκόπια καλούνται διαφορετικά από ότι προνοεί το ψήφισμα 817, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Με λίγα λόγια, εντός της  Γενικής  Συνέλευσης του ΟΗΕ τόσο ο  πρόεδρος των Σκοπίων όσο και αυτός ο σκοπιανής καταγωγής, πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης έριξαν στον κάλαθο των αχρήστων το ψήφισμα της ίδιας της Γενικής Συνέλευσης με το όποιο έγιναν δεκτά τα Σκόπια ως μέλος του ΟΗΕ ενώ την ίδια στιγμή η Αθήνα, ευλαβικά, συνεχίζει να κάνει χρήση του ονόματος της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, μην τυχόν και στερηθεί τα εύσημα από τους συμμάχους για τη δημιουργία εποικοδομητικού κλίματος…

Καταληκτικά Σχόλια

Το ζήτημα ονομασίας του γειτονικού κράτους είναι από τη φύση του ανεπίδεκτο αμοιβαίας αποδεκτής λύσης. Οι Σλάβοι κάτοικοι των Σκοπίων επέλεξαν να ονομάζονται Μακεδόνες. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα δεν μπορεί, επίσημα και αμετάκλητα, να αναγνωρίσει την παραχώρηση ιστορικών τίτλων πολιτιστικής κληρονομιάς χιλιάδων ετών. Ούτε μπορεί και πρέπει να αποδεχθεί ότι το δικαίωμα των Σκοπιανών να αυτοπροσδιοριστούν δικαιολογεί την αλλοίωση και υφαρπαγή ελληνικής ιστορίας. Τα σημερινά Σκόπια, μερικώς, μόνο, αντιστοιχούν στην γεωγραφική περιοχή Μακεδονία, όπως αυτή εξελίχθηκε, ιστορικά, από την αρχαιότητα μέχρι την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων. Τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας άλλαζαν από τον εκάστοτε κύριο της περιοχής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι σημερινοί κάτοικοι ενός τμήματος μιας ιστορικής και γεωγραφικά μεταβαλλόμενης περιοχής απαιτούν να μονοπωλήσουν, σε διεθνές, κρατικό επίπεδο το όνομα Μακεδονία εις βάρος όχι μόνον όσων θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα Μακεδονία λόγω των, διαχρονικά, ευμετάβλητων γεωγραφικών ορίων της περιοχής, αλλά, κυρίως εις βάρος αυτών οι οποίοι γέννησαν το όνομα Μακεδονία και προσέδωσαν την ιστορικής του αξία.
Παράλληλα, είναι αλήθεια ότι η Αθήνα δεν μπορεί να επιβάλει στους Σλάβους κατοίκους των Σκοπίων ποια λέξη θα χρησιμοποιούν μέσα στα σπίτια τους και στις μεταξύ τους σχέσεις αν και επαναλαμβάνεται πως εκεί βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Το ζήτημα δεν αφορά, όμως, απλά, το όνομα αλλά την εμμονή των Σκοπιανών σε «μακεδονικό έθνος», «μακεδονική γλώσσα» και «μακεδονικό πολιτισμό». Αυτά τα τελευταία προσδιορίζουν το όνομα.
Η Αθήνα δεν πρέπει να αποδεχθεί, ποτέ, τη λέξη Μακεδονία για τον προσδιορισμό της γειτονικής χώρας. Η λεγόμενη σύνθετη ονομασία αποτελεί προκάλυμμα για την επιβολή της λέξης Μακεδονία.
Η Αθήνα πρέπει να καταγγείλει την Ενδιάμεση Συμφωνία και παράλληλα να ενημερώσει, με συστηματικό και συγκροτημένο τρόπο, τους λόγους για τους οποίους προβαίνει σε αυτή την κίνηση. Παράλληλα, επειδή λόγω μιας τέτοιας κίνησης θα επικρατήσει αναστάτωση και ανησυχία, να δώσει εγγυήσεις σε Σκόπια και τρίτα κράτη ότι δεν έχει κανενός είδους βλέψεις στα Σκόπια και να συνομολογήσε,ι άμεσα, μόνιμες συμφωνίες, με την γειτονική χώρα, οι οποίες να ρυθμίζουν πρακτικά ζητήματα (διαβατήρια, εμπορεύματα κ.ο.κ.).  Απέναντι στην ΕΕ και σε διεθνείς οργανισμούς στους οποίους η Ελλάδα είναι μέλος και τα Σκόπια όχι, η Αθήνα να διαμηνύσει ότι είναι αντίθετη στην είσοδο της χώρας αυτής καθ’όσον κάνει χρήση της λέξης Μακεδονία. Να πραγματοποιηθεί άσκηση veto  όπου υπάρχει η δυνατότητα ( ΕΕ). Ταυτόχρονα, σε σχέση με την ΕΕ δεν θα πρέπει να υπάρξει παρεμπόδιση της Ελλάδος σε αποστολή χρηματικών κονδυλίων στη γειτονική χώρα. Πρέπει να αποφευχθεί η εικόνα ότι η Αθήνα θέλει να «πνίξει» οικονομικά τα Σκόπια. Προτιμότερο θα ήταν να πείσει τους ΄Ελληνες επενδυτές να μεταφέρουν στην Ελλάδα τις επιχειρήσεις τους και να σταματήσουν οι περήφανοι Μακεδόνες της Β. Ελλάδος να καταθέτουν τον οβολό τους στα καζίνο της γειτονικής χώρας…
Το όνομα το οποίο θα χρησιμοποιεί η Αθήνα για να υποδηλώσει τα Σκόπια, άνευ της λέξης Μακεδονία, στα διεθνή fora ή σε τρίτα κράτη μπορεί να είναι σκέτη η λέξη Σκόπια. Οποιαδήποτε άλλη λέξη, όση ιστορική και γεωγραφική βάση να διαθέτει, θα περιπλέξει την κατάσταση υπέρμετρα. Κόστος, πέραν από τις συνήθεις και φοβικές κατηγορίες ημέτερων περί απομόνωσης, δεν πρόκειται να υπάρξει. Οι χώρες, οι οποίες έχουν αναγνωρίσει τα Σκόπια με το συνταγματικό τους όνομα, θα συνεχίσουν να το κάνουν. Εναπόκειται στην Αθήνα να πείσει τις υπόλοιπες. Στόχος δύσκολος λόγω του εθισμού της διεθνούς κοινής γνώμης στη χρήση της λέξης Μακεδονία (κληρονομιά της Ενδιάμεσης Συμφωνίας) πάνω από είκοσι χρόνια. Αναγκαίες ενέργειες η συστηματική παρακολούθηση και αντίκρουση της σκοπιανής προπαγάνδας, αδιάλειπτη παρουσία σε διεθνή συνέδρια, χρηματοδότηση ιστορικών βιβλίων σε ολοένα και περισσότερες γλώσσες. Η εικόνα της μικρής και ανυπεράσπιστης χώρας που καλλιεργούν τα Σκόπια πρέπει να αλλάξει και να αποτυπωθεί η ιστορική πραγματικότητα, η φανατική αδιαλλαξία και η κωμική προσπάθεια καπήλευσης ιστορικής κληρονομιάς άλλου λαού.[5]
Τέλος, και, ίσως, το πιο σημαντικό από όλα δεν θα πρέπει να επιτραπούν, από την κυβέρνηση και την πολιτεία γενικότερα, οι εξάρσεις και η καλλιέργεια μίσους για την γειτονική χώρα. Ούτε, επίσης, να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια υποθετική απόφαση ως αντιπερισπασμός στην παρούσα οικονομική κρίση. Πρέπει να αποτελεί συνειδητή απόφαση αποδεχόμενη το  κόστος και τις δυσκολίες που αυτές συνεπάγεται. Όχι μίσος λοιπόν. Οι συνθήκες και περιστάσεις οι οποίες δημιούργησαν το σημερινό πρόβλημα πάνε πολλές δεκαετίες πίσω, αιώνες μάλλον. Είναι μια από αυτές τις κληρονομιές της Ιστορίας με τις οποίες οι άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι. Όχι μίσος, ούτε φανατισμός. Ηρεμία, συγκροτημένη δράση. Εθνική αυτοπεποίθηση. Σπανίως, ζητήματα ταυτότητας επιλύονται με διακρατικές συμφωνίες σαν και αυτή στην οποία προσπαθούμε να φτάσουμε με τα Σκόπια πάνω από δύο δεκαετίες. Ο ανθρώπινες κοινωνίες και η ιστορία έχουν τη δική τους λογική…

[2] Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, είχαν διαφανεί προοπτικές για επίλυση του ζητήματος στη βάση της ονομασίας  Gornamakedonia = Ανωμακεδονία. Η λύση θα συμπληρωνόταν από οικονομική βοήθεια και εγγυήσεις για την ασφάλεια των Σκοπίων από πλευράς Αθηνών, αλλά η εθνοτική σύγκρουση Σλάβων-Αλβανών ματαίωσε τις όποιες προοπτικές υπήρχαν.
[5] Βλέπε σχετικά το Σχέδιο Σκόπια 2014, http://www.balkaninsight.com/en/article/true-cost-of-skopje-2014-revealed

Η αμορφωσιά και η βία των αναρχοκάφρων της "αριστεράς" και επίσημα στα σχολεία

Του Γ. Παπαδόπουλου-Τετράδη
Liberal.gr


Οι κλέφτες περιμένουν πώς και πώς το καλοκαίρι για να κλέψουν τα σπίτια των ενοίκων που λείπουν. Αντιστοίχως ο υπουργός Παιδείας περιμένει πώς και πώς την ίδια περίοδο, που λείπουν γονείς και εκπαιδευτικοί, για να φέρει στη Βουλή την υποβάθμιση της ήδη υποβαθμισμένης Παιδείας.


Κατ αρχήν, υπό τις παραπάνω συνθήκες, δηλαδή εντελώς ύπουλα, κατέθεσε για τρίτη φορά τροπολογία για τα ιδιωτικά σχολεία, που είχε αναγκαστεί να αποσύρει τον Μάρτιο του ‘15 και τον Μάιο φέτος μετά τις αντιδράσεις γονιών και βουλευτών.


Κατά δεύτερον μαγειρεύει τρόπους ώστε να καταργήσει τις εισαγωγικές στα πανεπιστήμια χωρίς να τις καταργήσει (!), χωρίζοντας τους μαθητές και τις σχολές σε πρωτοκλασάτους και παρακατιανούς, χωρίς να υπολογίζει τη θέση των ίδιων των πανεπιστημίων.


Τι θέλει να κάνει ο υπουργός στα ιδιωτικά σχολεία; Να αλλάξει τη διαδικασία απολύσεων έτσι ώστε στην πράξη να είναι μόνιμη η θέση, όπως είναι και στα δημόσια. Και να περιορίσει τις επιπλέον ώρες διδασκαλίας, που έχουν οι μαθητές εκεί επ’ αμοιβή. Στην περίπτωση των εισαγωγικών καταρτίζεται ένα μοντέλο, με το οποίο οι πιο ζητούμενες σχολές θα έχουν ένα σύστημα εξετάσεων ή επιλογής, ενώ στις άλλες θα μπορεί να μπει κανείς και έτσι, περνώντας απ έξω.


Αν υπάρχουν αρκετά μικροσκόπια για να μάθουν ιστολογία ισάριθμοι φοιτητές υποψήφιοι γιατροί, ώστε να μη σε στείλουν αδιάβαστο ως ασθενή, λίγο απασχολεί το υπουργείο. Ψήφους ψάχνει από ημιμαθείς ψηφοφόρους, δεν το ενδιαφέρει η ποιότητα φοίτησης και πτυχίων. 


Αντιστοίχως, αν πάρεις πτυχίο κοινωνικού λειτουργού χωρίς να ξέρεις να αρθρώσεις και να γράψεις σωστά ελληνικά, άρα να συνεννοηθείς ακριβώς με το περιβάλλον σου, λίγο ενδιαφέρει τη νομενκλατούρα του υποτίθεται αριστερού μορφώματος που κυβερνάει.


Και λέω υποτίθεται αριστερού, γιατί η αριστερά γεννήθηκε μέσα και χάρη στα στρώματα του λαού, που έμαθαν κάτι παραπάνω από τους εξαθλιωμένους αγρότες και εργάτες γονείς τους, πηγαίνοντας στα πανεπιστήμια και στα σχολεία της Ευρώπης από τις αρχές του 19ου αιώνα. Εκεί και απ αυτούς γεννήθηκε και το αναρχικό και το σοσιαλιστικό και το μετέπειτα κομμουνιστικό κίνημα. Δε γεννήθηκε από κανένα λαό και από καμιά αμορφωσιά. Γεννήθηκε από την ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ που αποκτήθηκε από την κριτική πληροφόρηση, δηλαδή τη ΜΟΡΦΩΣΗ, τη διεύρυνση της ΚΡΙΤΙΚΗΣ ικανότητας και τελικά τον ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ.


Η Ευαισθησία χάρη στη Μόρφωση γέννησε την Αριστερά κι αυτό κατακτήθηκε  μέσα από ατελείωτες  ώρες μελέτης και απόκτησης γνώσης. Δεν αποκτήθηκε με μειωμένα ωράρια και χαρίσματα σε μαθητές και καθηγητές, ούτε με χαμήλωμα της ποιότητας διδασκαλίας για καμιά αιτία και με καμιά δικιολογία.


Ο Μάρξ έφαγε σχεδόν όλη του τη ζωή διαβάζοντας νυχθημερόν σχεδόν ο,τι είχε γραφτεί στην εποχή του για να μπορέσει να βγάλει συμπέρασμα γι αυτά που τον απασχολούσαν. Ο Ένγκελς, αν και ζάπλουτος, είχε λιώσει τα καθίσματα της μελέτης, ο Προυντόν και ο Μπακούνιν, η Λούξεμπουργκ, ο Λένιν, ο Μπουχάριν, ο Κορδάτος, η Βαρίκα, όλη η αγωνιστική κομμουνιστική αριστερά και η αναρχία οπουδήποτε,στην Ελλάδα και στον πλανήτη, είχε ένα πλεονέκτημα: Διανοούμενους, που είτε συμφωνούσε είτε διαφωνούσε κανείς μαζί τους, δεν μπορούσε να αμφισβητήσει το εύρος της μόρφωσής τους.


Η διανόηση ξεσήκωσε τους λαούς και έδωσε σάρκα και οστά στη βασανισμένη τους ζωή. Αυτή τους άνοιξε τα μάτια και έκανε τα αφηρημένα και συναισθηματικά τους πάθη συγκεκριμένα και χειροπιαστά απαιτούμενα. Αυτή οργάνωσε, αυτή εξόπλισε, αυτή οδήγησε τους λαούς όπου εξεγέρθηκαν. Στην Κίνα ή στη Ρωσία, στο Παρίσι ή στο Σικάγο, στο Μεξικό ή στο Ανόι και στο Κιλελέρ. Στο Μπέρκλεϊ ή στη Μαδρίτη. Η διανόηση αυτή γεννήθηκε μέσα στα πιο αυστηρά αστικά πανεπιστήμια, δε γεννήθηκε στο άραγμα και στα δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις. Γεννήθηκε με θυσίες χρόνων και με αγώνες αιματηρούς, δε γεννήθηκε με κοπάνες και χαρισματικές βαθμολογίες και πτυχία αρπακόλα, ούτε με κλαψιάρικες υποταγές στην πρώτη πίεση, χωρίς μια ντουφεκιά αντίσταση.


Τι σχέση έχει η Αριστερά, που χτίστηκε απ΄όλους τους πραγματικούς ιδεολόγους διανοούμενους, με τους σημερινούς αμόρφωτους και ημιμαθείς μικροαστούς, που καπηλεύονται το όνομα, αναπαράγοντας σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής αυτή τους την αμορφωσιά.


Η αριστερά θα’ πρεπε να κόβει από παντού για να δώσει στην Παιδεία αντί να κόβει από την Παιδεία για να δίνει επιδόματα σε συνδικαλιστές που δεν έχουν εγγράψει ούτε μια πραγματική εργατοώρα.


Θα ‘πρεπε να διώχνει με τις κλωτσιές από τις τάξεις όσους δασκάλους δεν μαθαίνουν και με το παραπάνω τους μαθητές τους, αντί να προστατεύει το δικαίωμα του κάθε βαριεστημένου και του κάθε ημιμαθή να διαμορφώνει παιδιά.


Θα ‘πρεπε να έχει πρόγραμμα για περισσότερη Παιδεία αντί να κόβει ώρες μόνο και μόνο για να γλιτώσει διορισμούς εκπαιδευτικών επειδή δεν της βγαίνει ο προϋπολογισμός των δανειστών!


Θα ‘πρεπε να στήσει στον τοίχο όλες τις διοικήσεις της ΟΛΜΕ εδώ και τουλάχιστον 40 χρόνια, που με βασικό κριτήριο τα κοντόφθαλμα εργασιακά συμφέροντα των καθηγητών κατάργησαν από τα σχολεία τη διδασκαλία με κριτική (μέσα από τα οποία γεννήθηκαν οι Έλληνες αριστεροί διανοούμενοι) και έχουν παραγάγει δύο γενιές ελληνόφωνων, που στην πλειονότητά τους στερούνται σοβαρής κριτικής σκέψης (φαίνεται κι απ αυτούς που ψηφίζουν), ικανότητα συνεννόησης (αφού με 10.000 λέξεις όλες κι όλες που μιλιούνται ατροφούν τα συναισθήματα και τα διανοήματα) καικοινωνικής αγωγής (αφού οι μαθητές βλέπουν στην πράξη μπροστά τους το θρίαμβο του ωχαδερφισμού, με τις μειοψηφούσες όπως πάντα ηρωικές εξαιρέσεις).


Θα ‘πρεπε να στήσει στον τοίχο κάθε υπουργό Παιδείας, που δεν πολέμησε λυσσαλέα, αλλά ανέχτηκε, νομοθέτησε ή συμβιβάστηκε με όλη αυτή τη συντεχνιακή καταστροφή  τουλάχιστον δύο γενιών ελληνόφωνων μέχρι τώρα. Γιατί έχει και συνέχεια.


Η «πλήρη αντίθεση» και ο «διεθνή έλεγχος» είναι από τα τελευταία φρούτα όλης αυτής της αγραμματοσύνης των σχολείων, που παρελαύνει αδιόρθωτη και περήφανη στα δελτία των ειδήσεων και αναπαράγεται αφού κανείς δεν ασχολείται, κανείς δε διορθώνει, κανείς δεν επεμβαίνει, όχι μόνο στη γλώσσα. Σε κανένα επίπεδο.

Τα αρχαία είναι μια νεκρή γλώσσα αποφαίνεται ο αμόρφωτος υπουργός, αλλά και αμόρφωτοι που έχουν καθηγητικές έδρες στα πανεπιστήμια, χωρίς να ξέρει ο πρώτος (αφού δεν έχει την παιδεία για να σκεφτεί) και τυφλωμένοι από μίσος για την αρχαιολατρεία των ιδεολογικών τους αντιπάλων οι δεύτεροι, την ώρα που αρχαία μιλάνε, όπως αρχαία μιλάμε όλοι!


Αλλά, η ημιάγρια κατ όνομα αριστερά, που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ορκίζεται στο δικαίωμα της γλώσσας να είναι ζωντανή και να μεταβάλλεται, όταν πρόκειται να δικιολογήσει καμιά ξένη, καμιά σλάβικη, καμιά ντοπιολαλιά, καμιά αγραμματοσύνη, το αρνείται αυτό το δικαίωμα στο σύνολο σχεδόν των λέξεων της ελληνικής, που είναι αρχαίες!! Που δεν θα μπορούσες να αρθρώσεις λέξη αν είχαν πεθάνει! Αντί να εξανθρωπίσει τον απαράδεκτο, αποτρεπτικό και καταστροφικό τρόπο, με τον οποίο διδάσκονται τα αρχαία εδώ και 200 χρόνια και να καθιερώσει τη διδασκαλία μεγάλου μέρους της αρχαίας γραμματείας με τρόπο φιλικό, ώστε να διαχυθεί όλος αυτός ο θησαυρός γνώσεων στον πληθυσμό, απεργάζεται το θάνατό της!

Η αρχαία δεν μεταβλήθηκε, δεν είναι ζωντανή μέσα από τις αλλαγές που έχουν υποστεί οι ίδιες οι αρχαίες λέξεις. Όχι! Είναι νεκρή γλώσσα για την αμόρφωτη συριζαία αριστερά! Για να σκοτώσει ντε και καλά την αρχαιότητα, δηλαδή τη συνέχεια, και να δοξάσει την αστοιχείωτη εμμονή της γέννησης των πάντων από τη γαλλική Επανάσταση. Γιατί, βλέπεις, αυτή ήταν επανάσταση! Η γέννηση της δημοκρατίας δεν ήταν επανάσταση! Η γέννηση της ανοιχτής στο λαό επιστήμης δεν ήταν επανάσταση! Η γέννηση της φιλοσοφικής σκέψης δεν ήταν επανάσταση! Η γέννηση της εκεχειρίας δεν ήταν επανάσταση! Το θέατρο για το λαό, πληρωμένο από την Πόλη δεν ήταν επανάσταση! Η γέννηση των σχολών και των πανεπιστημίων για το λαό δεν ήταν επανάσταση!

Αν υπάρχει κάτι που κάνει την αρχαιότητα να ξεχωρίζει είναι αυτό: Ότι κατέστησε το λαό από υπόδουλο και αμαθή, κοινωνό σε κάθε γνώση. Ακόμα και τους σκλάβους. Και κυρίαρχο σώμα μέχρι εκεί που της επέτρεπε το σύστημά της. Αυτό για τότε και για τις παγκόσμιες συνθήκες ήταν όχι απλώς επανάσταση. Ήταν δομική αλλαγή της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ο Μάρξ, λάτρης της επανάστασης, στη θεωρία και στην πράξη, έκανε τη διατριβή του πάνω στο έργο του Επίκουρου. Ούτε στου Ρουσσώ, ούτε στου Λούθηρου.

Αλλά, ο αμόρφωτος υπουργός Παιδείας και οι συν αυτώ, έχουν μαύρα μεσάνυχτα και από μόρφωση και από επανάσταση. Δεν έχουν ιδέα ότι αριστερά είναι αμφισβήτηση, ανατροπή, δημιουργία. Χωρίς ένα από τα τρία δεν είναι αριστερά. Ετούτοι έχουν μόνο το ένα, το εύκολο. Την αμφισβήτηση. Κι ένα παιδάκι, το ίδιο! Αστοιχείωτοι και από αριστερή κουλτούρα έχουν γυρίσει την αριστερή ιδεολογία τους (αν είχαν ποτέ πραγματική τέτοια) στο πρωτόγονο προμαρξιστικό σχήμα φτωχοί εναντίον πλουσίων! Τέτοιο βάθος πολιτικής σκέψης! Όπου πλούσιοι σήμερα στην Ελλάδα είναι κατ αυτούς οι φτωχοί μικροαστοί και φτωχοί οι φτωχοποιημένοιμικροαστοι! Αυτό κάνουν φορομπηχτικά και μας πουλάνε για αναδιανομή πλούτου!

Το μόνο που ξέρει να κάνει ο αμόρφωτος υπουργός Παιδείας και οι σύντροφοί του είναι  κανένα ρουσφετάκι σε συνδικαλιστές,  να περιορίζουν τις ώρες μόρφωσης (ως προϊόν αστικού πολιτισμού προφανώς, η αριστερά παράγει μόνο μπάχαλα και σκέψη καφρίλας και καταστροφής, όπως αποδεικνύεται στην πράξη) και πώς να υποκλίνονται γονατιστοί στον κάθε Σόιμπλε μόλις κουνήσει το δαχτυλάκι του. Κλαψουρίζοντας ότι…πιέστηκαν!

Για ανατροπή και δημιουργία να μη το συζητάμε. Το πρώτο θέλει θάρρος και το δεύτερο μυαλό και σοβαρότητα. Ό,τι ακριβώς τους λείπει.